Κάτι που μένει: ΣΕΦΕΡΗΣ - ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Στην προσπάθεια να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, με μεγάλη χαρά θα μοιραζόμαστε σημειώσεις  και κείμενα που γεννιούνται από τις αναγνώσεις μας  και ελπίζουμε αυτό το μοίρασμα να φανεί χρήσιμο και σε άλλες ομάδες που διαβάζουν και συζητούν παρόμοια πράγματα.  


Σχετικά:

ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
της Καλλιόπης Κουτσόπετρα (ΣΑΜΟΣ)

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ

Το 1966 ο Γ. Σεφέρης εκδίδει την τελευταία του ( εν ζωή) ποιητική συλλογή «τρία κρυφά ποιήματα». Την ίδια εποχή εκφωνεί αρχικά ως ομιλία και δημοσιεύει στη συνέχεια το δοκίμιο του για τα 700 χρόνια από τη γέννηση του Δάντη, ενώ  ταυτόχρονα εκδίδεται η μετάφρασή του της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία και η σχέση των τριών έργων αποτυπώνεται τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο των ποιημάτων του.

Η σχέση του Σεφέρη με το Δάντη και η επαφή του με τη Θεία Κωμωδία ξεκινάει από τα νεανικά χρόνια του Σεφέρη και αποτυπώνεται τόσο στο μυθιστόρημά του «έξι νύχτες στην Ακρόπολη», μια δαντική αλληγορία κατά τον μελετητή Άρη Μαραγκόπουλο, «Η Ακρόπολη, ως μυθικός τόπος, πέρα από χρόνο και τόπο, ανάμεσα στο “μαύρο”, εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού και το “αγγελικό” της πανσελήνου, μεταμορφώνεται σε ονειρικό τόπο δοκιμασίας και κάθαρσης κατά το πρότυπο του δαντικού Καθαρτηρίου», όσο και στο ποίημα (ανέκδοτο εν ζωή ) Selva oscura. Το ενδιαφέρον στο ποίημα αυτό έγκειται στο ότι ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο αφορά μια προσωπική εμπειρία, σε ένα δεύτερο αποτελεί ένα ποίημα ποιητικής «συμπυκνώνει με τη βοήθεια της δαντικής αλληγορίας όλη τη θεωρία του [Σεφέρη] για την ποιητική εμπειρία». Η σταθερή σχέση του με το Δάντη θα επιβεβαιωθεί και μέσα από το δοκίμιο για την επέτειο γέννησης του Δάντη  όπου «όσο κι αν αναγνωρίζει την Κωμωδία ως ένα καθοδηγητικό για τον ίδιο λογοτεχνικό πρότυπο, λόγω κυρίως των αμιγώς υψηλών ποιητικών αρετών της, διαβάζει την Κωμωδία μέσα από μια κοσμοθεωρητική προσέγγιση που γειώνει το «ιερό ποίημα» στη δική του αναπόδραστη θνητή συνθήκη, την αντίληψη ότι η Κόλαση και ο Παράδεισός μας είναι εδώ».

Αν επιχειρήσουμε μια μικρή σύνοψη της «εκλεκτικής συγγένειας» των δύο ποιητών θα εντοπίζαμε τα εξής:

Και οι δύο είναι εξόριστοι από την πατρίδα τους (το στοιχείο της εμφύλιας διαμάχης στον πυρήνα αυτής της εξορίας) κάτι που δημιουργεί έντονο ψυχικό πόνο.

Και οι δύο προβληματίζονται για την γενικότερη (και ειδικότερη) κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων και αναζητούν τον τρόπο με τον οποίο θα επέλθει η κάθαρση της ψυχής

Και οι δύο έσκυψαν και δούλεψαν πάνω σε μια γλώσσα προσιτή και ζωντανή που μπορεί όμως να εκφράσει μεγάλα νοήματα.

Η μετεγγραφή της Αποκάλυψης που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του Σεφέρη να παρουσιάσει τη συνέχεια της γλωσσικής παράδοσης, απηχεί τόσο τους γενικότερους προβληματισμούς του, όσο και μία ελεγειακή ατμόσφαιρα που αποτυπώνεται και στα «τρία κρυφά ποιήματα». Αποτυπώνεται ακόμη στη γλώσσα που είναι λιτή και έντονα συμβολική.

[Κατά τον Μπίτον τα τρία κρυφά ποιήματα απορρέουν στο σύνολό τους από την Αποκάλυψη –διαχωρισμός σε ενότητες, χρήση του αριθμού επτά, αλλά και με τον τίτλο τους που είναι το αντίθετο της Αποκάλυψης.]

Μια ακόμη επισήμανση αφορά τη σχέση του ποιητή με την ποίηση του T.S.Elliot. Η επαφή του με το Δάντη διαμεσολαβήθηκε από τον Έλλιοτ,  αλλά και η ίδια η θεματική της ποίησης του Έλλιοτ , για την κρίση του σύγχρονου πολιτισμού –ειδικά μετά την εμπειρία των παγκοσμίων πολέμων- επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την ποίηση του Σεφέρη. Επισημαίνεται επίσης η θεματική συγγένεια με τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ.Έλλιοτ.

ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ό όρος κρυφά εκφράζει τον ερμητικό και πυκνό χαρακτήρα των ποιημάτων, που καθιστά το νόημα τους σκοτεινό ,και τους συμβολισμούς δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν. Αυτό σχετίζεται και με τις προθέσεις του ποιητή σε αυτή την ποιητική του διαθήκη να προβεί σε προσωπικές εξομολογήσεις, που αφορούν και θέματα και υπαρξιακού χαρακτήρα, να εκφράσει τους γενικότερους πολιτικούς του προβληματισμούς τις παραμονές της επιβολής της δικτατορίας του 1967, αλλά και να μεταδώσει μια τελετουργική αίσθηση μύησης στις βαθύτερες αξίες της ζωής εντάσσοντας το έργο του στο σύμπαν των προσωκρατικών. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό των ποιημάτων είναι η «άκρα λιτότητα» που αφορά τόσο τη δόμηση όσο κυρίως τη σύνθεση. Σύμφωνα με τον Δ. Μαρωνίτη «ο ποιητικός λόγος στα Τρία Κρυφά Ποιήματα έχει αποβάλει κάθε εξωτερική σκευή και τείνει σε ποιητικούς μόνο πυρήνες»

Οι αριθμοί: η χρήση των αριθμών στη δόμηση του ποιήματος «ενισχύει την αυστηρότητα της φόρμας του»

ΤΡΙΑ

Το τρία στον τίτλο της συλλογής απηχεί αρχαιότατους συμβολισμούς που συναντούμε σε θρησκείες και φιλοσοφίες από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου. Για να μείνουμε στον Αριστοτέλη: στο έργο του Μετά τα Φυσικά αναφέρει: «ἀριθµὸν εἶναι τὴν οὐσίαν πάντων». Και ειδικά για το τρία: είναι ο πρώτος αριθμός στον οποίο μπορεί να αποδοθεί η έννοια «παν», γιατί «η Τριάδα είναι ο αριθμός του συνόλου, αφού περιέχει αρχή, μέση και τέλος». Αντιπροσωπεύει λοιπόν αντίληψη για την τριμερή φύση του κόσμου: ουρανός-ύδατα-γη, πνεύμα-ψυχή-σώμα, γέννηση-ζωή-θάνατος, παρελθόν-παρόν-μέλλον. Ταυτόχρονα ο Σεφέρης «κλείνει το μάτι» στο Δάντη που δομεί τη Θεία Κωμωδία γύρω από τον αριθμό τρία. (τρία μέρη, τριάντα τρία άσματα, και μετρική μορφή που βασίζεται στην Τερτσίνα)

ΕΠΤΑ

Τα δύο πρώτα ποιήματα αποτελούνται από επτά ενότητες ενώ το τρίτο από δεκατέσσερις (δύο επί επτά). Θα ήταν επίπονη η απαρίθμηση της χρήσης του αριθμού, αρκεί να επισημανθεί η τεράστια συμβολική του σημασία σε όλους τους λαούς και εποχές και σε όλες τις εκφάνσεις του βίου. Κατά τους Πυθαγορείους οι αριθμοί έχουν- μεταξύ άλλων και ηθική σημασία. Απέδιδαν στο επτά τον χαρακτηρισμό «αμήτωρ» μια και δεν προκύπτει σαν γινόμενο παραγόντων, είναι σύμβολο τελειότητας και αρμονίας γιατί αποτελεί άθροισμα του τρία (ισόπλευρο τρίγωνο) και του τέσσερα (τετράγωνο) που αντιπροσωπεύει τη δικαιοσύνη.

Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα

Με τον χειμώνα να παραπέμπει στη φθορά της ηλικίας, αλλά και στην αίσθηση του τέλους στις αναζητήσεις του ποιητή. Το φως που «φωτίζει» την υπαρξιακή περιδιάβαση του ποιητή είναι μια αδύναμη χειμωνιάτικη ακτίνα . Εικόνες φθοράς (σκουριά, πεσμένα φύλλα) το χάσιμο της ζωτικής δύναμης (οι χορευτές έγιναν δέντρα) το σταμάτημα της ζωής (χιόνι, μαρμαρωμένες φλόγες). Με μια αίσθηση επιείκειας θα αναφερθεί στους συντρόφους, αναπόσπαστο κομμάτι της ποίησης του. Σύντροφοι μοιραίοι, χαμένοι, άβουλοι σίγουρα μακριά από τις αναζητήσεις του ποιητή. Τώρα αδύναμοι να διαγνώσουν  τη φθορά που επικρέμαται οι σύντροφοι καλύτερα να μένουν μακριά γιατί «τρελαίνουν» τον ποιητή με την επιπόλαιη και επιφανειακή αντιμετώπιση των πραγμάτων. Ο ποιητής δεν μένει στην παραίτηση – η μέρα που άρχισε δεν έσβησε ακόμη. Με μια φράση που παραπέμπει στην Αποκάλυψη – μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού – δίνει μια αίσθηση γαλήνης και ήρεμης αποδοχής. Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός θα γράψει ο ποιητής αναφερόμενος σε μια βαθύτερη αίσθηση ύπαρξης και ενατένιση των πραγμάτων.  Ο χρόνος  προσπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη, μείναμε στο βυθό τρέχει το ρέμα πάνω από τα κεφάλια μας και ότι συνιστά την ύπαρξή μας –βιώματα, αναμνήσεις – γίναν χαλίκια και τα πετάνε τα παιδιά. Αυτή η αίσθηση της νιότης που χάθηκε θα γίνει θετική, καθώς θα αφήσει πίσω ότι «άχρηστο» κρύβεται στο παρελθόν και θα προσηλωθεί στην εικόνα μιας ζωντανής ορμητικής και μαχητικής νεότητας, δίνοντας την αίσθηση -έστω και προσωρινά-  αναστάσιμου φωτός. Θα κλείσει το πρώτο ποίημα της συλλογής με μια παραπομπή στον Ηράκλειτο « τα πάντα οιακίζει κεραυνός». Ο ποιητής δεν παραδίνεται στην αίσθηση ότι η ανάσα, ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά από ανούσιες και μάταιες στιγμές που χάνονται. Τη ζωή καθοδηγούν οι στιγμές της έντασης ο οιακισμός του κεραυνού που φωτίζει την ύπαρξη.

 

Επί σκηνής

Πάνω στη σκηνή στήνεται ένα σκηνικό αρχαίας τραγωδίας, που αφορά όμως τη μοίρα της Ελλάδας. Ο ποιητής αισθάνεται ότι η φθορά της χώρας αφορά και το έργο του μια και αυτό στηρίζεται πάνω σε  πολιτιστικές και ηθικές αξίες που έχουν σχέση με τον «ελληνισμό». «Στην πολιτική μου ζωή ένιωσα τις περισσότερες φορές μεγάλη αηδία. Όμως ποτέ δεν έπαψα να  δίνω, μ΄ όλη τη θέρμη της καρδιάς μου, την πίστη μου στον ελληνισμό, που είναι η άλλη όψη του ανθρωπισμού μου, όπως τον έπλασαν τουλάχιστο ο χαρακτήρας μου και οι συμπτώσεις της ζωής».

Κάτι που ξεκινά σαν χορός του ήλιου αποδεικνύεται ένα παιχνίδι εξαπάτησης. Το ποίημα στήνει μια παράσταση που αφορά προβληματισμούς σχετικά με τη μοίρα του τόπου. Οι μαντατοφόροι παραπλανούν με την εμφάνιση και τα μηνύματά τους στήνοντας ένα σκηνικό απάτης, μια αναφορά στο κλίμα δημαγωγίας και λαϊκισμού που σαρώνει τη χώρα. Το φως στη σκηνή χαμηλώνει παραπέμποντας σε σκοτεινές εποχές. Μια γυναικεία μορφή που θυμίζει την Κλυταιμνήστρα στο έργο του Αισχύλου εμφανίζεται στη σκηνή παραπέμποντας σε ένα κύκλο αίματος και βίας. Ένας συμβολισμός της Ελλάδας αμετακίνητης μπροστά στους διώκτες και επίδοξους φονιάδες. Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει, μήπως δεν είμαι η θάλασσα;  Πηγή ζωής, καταστροφής και κάθαρσης θα αντιτάξει αυτή της την ιδιότητα στους διώκτες της. Ο Σεφέρης αναφέρεται με το δικό του κρυπτικό τρόπο στην ανώμαλη πολιτικά περίοδο από το 1965 και μετά, που στα δικά του έμπειρα μάτια είναι προάγγελος δεινών. Και πράγματι, λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση της συλλογής, επιβλήθηκε η δικτατορία της 21ης Απριλίου.

« Όσο για μένα, άρχισα να νιώθω την αποξένωση από τα ελλαδικά κομματικά αρκετά νωρίς. Από το τέλος του κινήματος του ’35. Υπογραμμίζω τη λέξη: κομματικά. Από τότε, μόνο σε δύο γεγονότα της ιστορίας μας δόθηκα ολόκληρος, ψυχή και σώμα: στον περασμένο πόλεμο και στο θέμα της Κύπρου. Και στα δύο είδα μεγάλα ξυπνήματα και τρύγησα κάμποσες πικρές εμπειρίες. Και τώρα, αφού πέρασα μια ζωή ολόκληρη κλυδωνισμένη από στρατιωτικά κινήματα, δικτατορίες, μεταπολιτεύσεις, εξάρσεις, ολέθρους και απογνώσεις, αφού τα έζησα όλα αυτά , κατάσαρκα θα μπορούσα να πω, […] βρίσκω πως είναι θλιβερό και βαρύ, καθώς προχωρούν τα χρόνια, να καταλήγω στο συμπέρασμα πως δεν έχουμε προκόψει ούτε γραμμή σ΄ αυτά τα ζητήματα. Κι όταν ένας τόπος δεν δείχνει προκοπή  μέσα σε σαράντα χρόνια, αυτό σημαίνει πως πέφτει κατακόρυφα». («Η συνομιλία με τον Φαβρίκιο», στη μνήμη του Γ. Θεοτοκά, Γενάρης 1967)

Είναι δυνατόν η θάλασσα, αυτή η πηγή ζωτικότητας  να κακοφορμίσει; Ο ποιητής αισθάνεται ότι οι πηγές της τέχνης και της ζωής του δεν είναι καθαρές. Μια γλυκιά ανάμνηση από τη νεότητά του όταν έψαχνε σχήματα στους βυθούς, τις πηγές του ποιητικού του έργου, τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι τον «τόπο» σου τον δημιουργείς ο ίδιος. Η παρουσία του θαλασσινού Πρωτέα με τις πολλαπλές του μεταμορφώσεις δημιουργεί μια θετική αίσθηση ότι και ο φαινομενικά ασήμαντος τόπος μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάτι ουσιαστικό αν οι πολίτες του το θελήσουν.

Ο ποιητής επανέρχεται με τη διαπίστωση ότι μπροστά στην καταστροφή και το φονικό που επέρχεται όλοι αποποιούνται ευθύνες και αποφεύγουν να δουν, καταργούν τα μάτια τους τυφλοί. Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια για τίποτε.

Σε αυτό το κλίμα τι γίνεται με το έργο ενός δημιουργού;

Το ποιητικό έργο είναι μια σύνθετη δημιουργία, στήνεται με τα λόγια πολλών ανθρώπων. Γεννιέται , μεγαλώνει τρέφεται με το σώμα και την ψυχή του δημιουργού και φυλάει τη μορφή του δημιουργού όταν αυτός θα έχει φύγει. Σε τέτοιες δύσκολες εποχές πότε θα ξαναμιλήσει ο δημιουργός; Όταν το φως ξαναέρθει σε αυτό το θέατρο που θα βρίσκεται;

Κι όμως η διαδικασία αντιστρέφεται. Μέσα από την επαφή με το σκοτάδι και το θάνατο, τη  νέκυια (άλλη όχθη, μαύρο βλέμμα της σπηλιάς) και το αντίθετό τους τη ζωή (ήλιος στα μάτια πουλιά στους ώμους) ξεκινά μια διαδικασία οδυνηρής αναγέννησης μέσα από μια αργή χρονική διαδικασία (υπέρογκη διαστολή του καιρού) όπως γεννάται σταγόνα -σταγόνα το ρετσίνι ή διαμορφώνεται ο σταλαγμίτης.

Θερινό ηλιοστάσι

«Ένας πωρωμένος και υποβιβασμένος κόσμος φτάνει στο τέλος του, όπως πλησιάζει στο τέλος της και η ζωή του ποιητή. Δεν υπάρχει τίποτε που να καταπραΰνει τον πόνο της φυσικής φθοράς και καμία διέξοδος για την ψυχή σε μία μετέπειτα ζωή» όπως συμβαίνει στα τρία έργα με τα οποία συνδέεται (Θεία κωμωδία, Αποκάλυψη, Τ.Σ.Έλλιοτ)» . Στο θρησκευτικό, υπερβατικό χαρακτήρα των έργων αυτών ο Σεφέρης θα αντιτάξει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου για το πυρ που θα αναλώσει το σύμπαν όταν « Ἥλιος  ὑπερβήσεται μέτρα» και ένα νέο Σύμπαν θα γεννηθεί, καθώς και τη φιλοσοφική στάση του Μάρκου Αυρηλίου όπως διατυπώνεται στα «εις εαυτόν».

Στα επτά πρώτα ποιήματα παρουσιάζεται η εικόνα ενός κόσμου τελειωμένου, όπου όλα έχουν αδειάσει από το νόημά τους, το παρόν είναι σάπιο και το παρελθόν στάζει αίμα. Οι άνθρωποι αναζητούν φαρμακείες σε μια ιερότητα που είναι άδειο κέλυφος. Και ο ποιητής; Μπορεί να βλέπει ακόμη οράματα που οι άλλοι δεν τα παραδέχονται τώρα που η ζωή με όλο της το βάρος συγκρούεται με το χρόνο. Προσπαθεί να μην σπαταλήσει την πνοή που χάρισε το όραμα, αλλά αυτό εύκολα σε αυτό τον κόσμο της φθοράς ξεπέφτει σε βραχνά, όπου ο ποιητής γίνεται αποσυνάγωγος μια και δεν μπορεί να συγχρονιστεί σε αυτόν τον κόσμο. Κλείνοντας τις πρώτες επτά ενότητες ξαναγυρίζει στο φυσικό κόσμο αφήνοντας τους ανθρώπους «που είναι έτσι πλασμένοι». Μια σειρά από απλές, αλλά ουσιαστικές εικόνες σε ένα περιβόλι τον κάνουν να συνειδητοποιήσει ποιος είναι ο ρόλος του ως ποιητής, να θρέψει το ποίημά του με τα φτωχά, αλλά βασικά υλικά που του δίνει ο τόπος και τα άλλα να κοπιάσει να τα βρει μέσα του. («Ένδον σκάπτε, ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτεις» Μάρκος Αυρήλιος Εις εαυτόν Ζ59 ). Αυτός μπορεί ακόμη να βλέπει το ρόδο, μπορεί να βρίσκει στη σύσταση αυτού του τόπου τα υλικά της ποίησής του. ‘Οπως επανειλημμένα έχει αναφέρει, ο τόπος δεν είναι μια σειρά από όμορφες εικόνες, αλλά εμπεριέχει αξίες, ηθική στάση και νόημα ζωής και αυτό είναι που προσπαθεί  ο ποιητής να εκφράσει στην ποίησή του. Μελετητές έχουν αναφερθεί στο Σεφέρη ως ένα Οδυσσέα για τον οποίο δεν υπάρχει νόστος. Μόνιμα στο κατάστρωμα ενός πλοίου, που ο ίδιος ονομάζει Αγωνία, αποζητά τα σημεία αναφοράς του σε ένα τόπο που σπαράσσεται στην ιστορική του πορεία και για την τύχη του οποίου αγωνιά. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το κυρίαρχο αφήγημα και οι θεμελιακοί μύθοι του ελληνισμού έχουν καταρρεύσει. Μια ολόκληρη γενιά λογοτεχνών(μεταξύ των οποίων και ο Καρυωτάκης) παραπαίει χωρίς στίγμα. Η παράδοση όπως εκφράζεται από ένα μέρος των λογοτεχνών αποτελεί ένα άδειο κέλυφος. Από την άλλη η Ευρώπη βιώνει το δικό της τέλος εποχής ειδικά μετά τη λήξη του Α΄ΠΠ όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται στην Έρημη Χώρα του Τ.Σ.Έλλιοτ. Ποιος  λοιπόν ο ρόλος του ποιητή σε μια τέτοια εποχή; Τι μπορεί να κάνει ως δυνάμει πνευματικός ταγός; Αυτό είναι κάτι που διατρέχει όλο το έργο του και αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτή τη συλλογή που συνιστά ένα «τέλος εποχής» . Είχε τελικά κάποιο νόημα η προσπάθειά του; Βρήκε τελικά και ο ίδιος ένα νόημα ζωής;

Το άδειο λευκό χαρτί μπροστά του είναι ο πιο σκληρός καθρέφτης. Του φέρνει μπροστά του όλη του με όλη την αλήθεια τη ζωή, τις εμπειρίες και τα βιώματά του, το ξεκίνημα της νιότης και τώρα τα γηρατειά και τον καλεί να αποφασίσει αν όλο αυτό είχε νόημα ή αν ήταν μια ζωή σπαταλημένη. Ο ίδιος είναι που σε αυτό το λευκό χαρτί θα δώσει νόημα.

Για τον ποιητή υπάρχει ένας κόσμος άλλος πιο ουσιαστικός, ενίοτε πιο δύσκολος αλλά και πιο βαθύς, που οι άλλοι δεν κατανοούν και τον περιγελούν, προσπαθούν να τον αποσπάσουν προς τον κόσμο της « πνιγηρής μοναξιάς, του αφανισμένου παρόντος».  Άφησέ τους (θυμίζει κάπως και το άφες αυτοίς του Ιησού). Τα πράγματα που αυτός βλέπει  υπάρχουν εκεί πάντα και χωρίς να τα ζητήσει κανείς.

Το χάραμα όταν ο ήλιος γεννιέται,  αλλά το φεγγάρι διαγράφεται στον ουρανό ακόμη, μια σειρά από μνήμες νεότητας και ερώτων  και η διερώτηση ως που φτάνουν οι όμορφες μνήμες; Ο ποιητής κοιτάζει –τη ζωή; - με όλο το φως και το σκοτάδι που έχει ως άνθρωπος αγκαλιάζοντας το βάθος και την ουσία των βιωμάτων του την αρχή και το τέλος.

Τώρα που ήρθε η ώρα του τέλους πρέπει να περάσει από το θάνατο για να βρει τη χαρά. Παρόλο που παραπέμπει σε μια θρησκευτική αντίληψη ο τόνος είναι περισσότερο φιλοσοφικός. Ο ήλιος έφτασε στο μεσουράνημά του, ο χρόνος και ο κόσμος θα σταματήσει, η ωδίνη του τέλους θα οδηγήσει στην «ανάσταση». Το τέλος αναζητά την κάθαρση. Όλα όσα υπήρξε πρέπει να καούν. Αυτή η ζωή που θεώρησε την παιδωμή πυξίδα της ολοκληρώθηκε, όλο αυτό το ρετσίνι, το νόημα που γέννησε την ωθεί στο τέλος. Ο τελικός απολογισμός; Ήταν μια ζωή γεμάτη που ανακάλυψε το νόημά της  και κρίνει ότι ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Οι στάχτες της θα είναι το λίπασμα για την καινούρια γενιά να τη χρησιμοποιήσει. Ακόμη και εκείνα που δεν έγιναν (προσδοκίες, πόθοι, ελπίδες) πρέπει να καούν. Ο ποιητής επιζητά το καθαρτήριο πυρ σε αυτό το μεσουράνημα του φωτός που καρφώνεται στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

Στη Θεία Κωμωδία του Δάντη  η εικόνα του εκατόφυλλου ρόδου (Παράδεισος 30-32) παρουσιάζεται στο τέλος της πορείας του ποιητή, όταν αυτός βρίσκεται μπροστά στο θρόνο του θεού. Κάθε ένα από τα πέταλα αντιπροσωπεύει  την ψυχή ενός δίκαιου ανθρώπου ή ενός αγίου, στην κορυφή η Παναγία και όλη η διάταξη καταυγάζεται από το θείο Φως σύμβολο μιας αρμονίας που συνέχει τα πάντα.

(Dore εικονογράφηση της Θείας κωμωδίας: ο ποιητής μπροστά στο θρόνο του Θεού) 

Όλη η πορεία του ποιητή μέσα από την «κόλαση» της ύπαρξης και τη στιγμιαία θέαση της τελειότητας, μέσα από τις αγωνίες, τα ερωτηματικά, τις αμφιβολίες καταλήγει στην αίσθηση μιας πληρότητας στο τέλος της. Αγωνίστηκε να φτιάξει το δικό του νόημα σε κόσμους και καιρούς σκοτεινούς και να δικαιώσει την ύπαρξή του. Είναι έτοιμος να φύγει χωρίς χρωστούμενα και αυτό του επιτρέπει να δει όλες τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής να αίρονται  και να επικρατεί η αίσθηση της συμπαντικής γαλήνης.

Και μια παραπομπή στο τέταρτο Κουαρτέτα του ΄Τ.Σ.Έλλιοτ (LITTLE GIDDING) για τις εκλεκτικές συγγένειες στις οποίες έγινε αναφορά:

Κι όλα θα παν καλά και

Και κάθε είδους πράγμα θα πάει καλά

Όταν οι γλώσσες απ’ τις φλόγες θα διπλώσουν

Σ’ ένα στεφανωμένο κόμπο φωτιάς

Και ρόδο και φωτιά γίνουνε ένα.

Κάποια διαβάσματα: Η βιογραφία του Γ. Σεφέρη από το Μπίτον, ομιλία του Μαρωνίτη στον «κύκλο Σεφέρη» , ο Νηφομανής του Δ. Λιαντίνη, συλλογικό κείμενο «οι βασικοί εκφραστές της νέας ποίησης Γ.Σεφέρης» με παραπομπή σε ενδεικτική βιβλιογραφία.

Η προσέγγιση του ποιήματος προφανώς στηρίζεται σε μία προσωπική προσέγγιση του ποιήματος όπως προέκυψε από την εν γένει επαφή μου με την ποίηση του Σεφέρη.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διαβάζουμε Θανάση Τριαρίδη για τη συνάντηση του Δεκέμβρη

Διαβάζουμε Αργύρη Χιόνη για τη συνάντηση του Νοέμβρη

Ένα καλοκαίρι γεμάτο Σεφέρη! Επόμενη συνάντηση: Παρασκευή 11/9