Κάτι που μένει: Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΚΑΜΥ ΩΣ “ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ”

Στην προσπάθεια να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, με μεγάλη χαρά θα μοιραζόμαστε σημειώσεις  και κείμενα που γεννιούνται από τις αναγνώσεις μας  και ελπίζουμε αυτό το μοίρασμα να φανεί χρήσιμο και σε άλλες ομάδες που διαβάζουν και συζητούν παρόμοια πράγματα.  

Το παράδοξο και το παράλογο στη ζωή και το έργο του

Ο λογοτέχνης Καμύ ως “μυθιστορηματικός ήρωας”

του Θανάση Παπακωνσταντίνου



Συχνά η ζωή και το έργο κάποιων ανθρώπων είναι η αφορμή και το περιεχόμενο λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών παραγωγών, επεξεργασία και έρευνα στοιχείων από ιστορικούς, κοινωνιολόγους και πιθανά άλλες επιμέρους επιστημονικές ειδικότητες. Οι παραγωγές αυτές σε ουκ ολίγες περιπτώσεις  ενέπνευσαν ευρύτερο κοινό και οι διαστάσεις των εξιστορήσεων τους δημιούργησαν- με ή χωρίς τη  συνευθύνη των δημιουργών- αστικούς διαχρονικά μύθους.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, που παρ’ ότι καταγράφεται άφθονο υλικό, ποικιλία περιστατικών, ορφάνια, πόλεμοι, φτώχεια, δράμα, ανάδειξη, ηχηρές κόντρες, οι δημιουργοί μένουν σιωπηλοί. Από αμηχανία ή και από αδυναμία να χειρισθούν περιπλοκές και καταστάσεις που δεν θα μπορούσαν να κατασκευασθούν εργαστηριακά. Θα το έλεγα αλλιώς: όταν (η πουτάνα) η ζωή έχει “κέφια”, κάθε ανθρώπινο σενάριο υπολείπεται τρομακτικά και πάει στην άκρη.

…..

Γεννημένος από γονείς πτωχούς μετανάστες σε μια χώρα απ’ όπου δεν είχε κάποια καταγωγή, την Αλγερία. Ορφανός από πατέρα που σκοτώθηκε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην ηλικία μόλις του ενός έτους, είχε αρχικά συμπαραστάτρια την αγράμματη και κωφάλαλη μάνα του. Η φύση της απασχόλησης της που την κρατούσαν 24ωρα μακριά από το σπίτι και τα προβλήματα υγείας δεν της επέτρεψαν να τον αναθρέψει στοιχειωδώς. Την ανημποριά και ταπεινότητα της την κράτησε μέχρι και το τέλος της ζωής του μέσα του ως κάτι περισσότερο από σήμα κατατεθέν και ανακαλούσε την παρουσία της συχνά. Την ουσιαστική φροντίδα του παιδιού όμως την ανέλαβε εκ των πραγμάτων η γιαγιά του.

Οι παιδικές και εφηβικές παρέες του ήταν μεικτές (γόνοι γηγενών και μεταναστών). Ύστερα από πολλές περιπέτειες ο ανυπάκουος στα σχολεία που φοίτησε (αλλά και εν γένει από ιδιοσυγκρασία) νεαρός ανέδειξε έναν τρόπο γραφής και σκέψης (σε ύφος, μορφή και περιεχόμενο) που σύντομα τον καθιέρωσε ως τον πιο δημοφιλή Γαλλόφωνο δημοσιογράφο, την επίσημη δηλαδή γλώσσα, στη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αιφνιδιάζοντας δασκάλους και καθηγητές του που μάλλον τον υποτίμησαν, πέρα από έναν που τον παρότρυνε να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία.

Άσκησε κατ’ επανάληψη ως αρθρογράφος εντονότατη κριτική στις πρακτικές και την παραβίαση της νομιμότητας σε βάρος γηγενών κύρια κατοίκων από την τότε αποικιακή (Γαλλική) κυβέρνηση, που με τις συνήθεις πρακτικές της εποχής εκείνης τον κήρυξε persona non grata. Ένα πρόσωπο δηλαδή ανεπιθύμητο αλλά και υποχρεωμένο να εγκαταλείψει την κατεχόμενη χώρα πριν απελαθεί. Στα 27 του χρόνια έτσι, την εποχή που η γραμμή Μαζινό, για την οποία τόσα είχαν επενδύσει πάνω της οι Γάλλοι παρακάμφθηκε χωρίς “να πέσει τουφεκιά” και λίγες μέρες πριν η Γαλλική κυβέρνηση υποχρεωθεί να παραδώσει τα ηνία της χώρας στους Γερμανούς, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Όχι ως δική του επιλογή, αλλά με τη φόρα και τη φορά των περιστάσεων…

Όλα αυτά σε περίοδο που η Γαλλία και το Παρίσι είχαν χάσει μεγάλο μέρος της αίγλης τους. Από τη μια η χώρα έχανε διαδοχικά τις αποικιακές κτήσεις της και από την άλλη η συμβατική λογοτεχνία και άλλες τέχνες που τόσο έντονα άφηναν το αποτύπωμα στην πρωτεύουσα της δεν είχαν πια κάτι σπουδαίο να επιδείξουν -ειδικά μετά τον θάνατο του Ανατόλ Φρανς τη δεκαετία του 20. Αλλά και πριν την αποδημία του φτωχή ήταν η συνολική παραγωγή και πνιγηρή η όλη ατμόσφαιρα. Αποτυπώνοντας την κατάσταση με την περισσή δηκτικότητα των σουρεαλιστών, οι Μπρετόν και Αραγκόν “χρέωσαν” στο πρόσωπο του Φρανς την παρακμιακή κατάσταση. Αποκαλώντας τον -ενώ   ήταν ακόμα εν ζωή- “πτώμα”. Αυτόν ως “εκπρόσωπο” της, αλλά και συμβολικά την παραδοσιακή λογοτεχνία. 

Ακόμη και το σουρεαλιστικό κίνημα που άφηνε αρχικά υποσχέσεις και προσδοκίες έχασε σιγά σιγά την αίγλη του, εξ αιτίας των έντονων διαμαχών ανάμεσα στους εμπνευστές του, αναπαράγοντας το “Αττικόν άλας”, μια έκφραση του Σατομπριάν αναφερόμενη στις αντιπαλότητες των διανοουμένων της Αθήνας στην κλασική περίοδο. Κι ο οξύθυμος Μπρετόν έμελλε ως άλλος Ροβεσπιέρος να πέσει από τον σουρεαλιστικό “θρόνο” του ως “πτώμα” όπως οι κολλητοί αλλά και άσπονδοι τώρα φίλοι του τον αποκάλεσαν μια δεκαετία αργότερα. Οι εντονότατες πάντως λεκτικές διαμάχες και οι αιχμηροί χαρακτηρισμοί ήταν σήμα κατατεθέν για το Παρίσι από τότε που του αποδόθηκε το προσωνύμιο “η πόλη του φωτός”. Και τα αντίστοιχα παρόμοια σε ένταση περιστατικά έμειναν στην Ιστορία με το επαναλαμβανόμενο ως και σήμερα “αντάλλαξαν τα ...γαλλικά τους”!

Αλλά στη φάση αυτή παραμονές του 2ου παγκοσμίου πολέμου μια πολύπλευρη και βαθιά κρίση (σε κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο) διαπερνούσε τη Γαλλία από άκρη σε άκρη. Μια χώρα τότε “πτώμα” ή άψυχη κι όχι μόνο μεταφορικά. Με μια κατηφή, αδρανή και αδιάφορη φαινομενικά κοινωνία και τις πολιτικές ηγεσίες ανίκανες να εμπνεύσουν ή έστω να διαχειρισθούν τις περιστάσεις. Και ένα ερώτημα (ουσιαστικά φυγής από την πραγματικότητα) να πλανάται στον ορίζοντα: το πασίγνωστο Pourquoi (γιατί να πολεμήσουμε).  Ο “Αλγερίνος” όπως παρατονισμένα με το γλωσσικό γαλλικό ιδιότυπο της λήγουσας αναφερόταν στα κατοπινά χρόνια ήταν τότε παντελώς άγνωστος στη Γαλλική κοινωνική σφαίρα και διανόηση. Μια διανόηση ομφαλοσκοπούσα που τρεφόταν αποκλειστικά από τους καρπούς του παρελθόντος, ανίκανη ακόμα και να κρύψει την κενότητα της. Κενό που η φύση “απεχθάνεται”. 


Το κενό που συνέβαλε στην καταξίωση και το μυθιστόρημα που δεν ...γράφτηκε

Με εφόδιο έτσι την αντιστασιακή αρθρογραφία του την περίοδο της κατοχής κέρδισε τη συμπάθεια ενός κάπως περιορισμένου κοινού, αφού τα έντυπα αυτά διακινούνταν με φειδώ, από τη μια για να αποφευχθούν συλλήψεις και από την άλλη γιατί υφίστατο σημαντική έλλειψη χαρτιού και εξ αιτίας της τα αντίτυπα ήταν πολύ περιορισμένα. Θύμα προσωρινό της κατάστασης ήταν το μυθιστόρημα του “Ο Ξένος” που πρωτοκυκλοφόρησε το 1942 σε περιορισμένο τιράζ, όπως και το θεατρικό ο “Καλιγούλας”. Έργα που γράφτηκαν στην κατοχή αλλά γνώρισαν τεράστια απήχηση και επιτυχία αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου με τις ανατυπώσεις του πρώτου και τις θεατρικές παραστάσεις του δεύτερου. Εκμεταλλευόμενα και το κενό της πνευματικής εν γένει παραγωγής την περίοδο εκείνη. 

Παράλληλα όμως μ’ αυτήν το πρώτο περισσότερο δέχθηκε σκληρότατη κριτική για τον κυνισμό που ο “ήρωας” του επιδείκνυε. Κάποιοι χαρακτήρισαν τον συγγραφέα ως immoral (ανήθικο) και αρκετοί από τους άλλους ως amoral (εκείνον που αγνοεί τους κανόνες της ηθικής ή και συνειδητά λειτουργεί έξω απ’ αυτούς). Το αναγνωστικό κοινό αν κρίνουμε από τις πωλήσεις του βιβλίου αγνόησε και τους μεν και τους δε, όπως συνέβη και στις θεατρικές παραστάσεις του “Καλιγούλα”, όπου οι (συνήθως βάρβαρες) πρακτικές του “ήρωα” του παρουσιάζονταν ουδέτερα, χωρίς κάποια τοποθέτηση εκ μέρους του συγγραφέα. Ως “λευκή γραφή” όπως το διατύπωσε αργότερα ο Ρολάν Μπαρτ.

Περαιτέρω λαβές για κριτική δόθηκαν και με τις εμπορικά επιτυχημένες εκδόσεις του “Μύθου του Σίσυφου” και της “Πανούκλας”: όλα έργα γραμμένα στη δεκαετία του 40 πριν καν κλείσει τα 35 του χρόνια. Ο συγγραφέας κατατάχθηκε σύμφωνα με τους τιμητές ως ο “σκοτεινός πεσιμιστής, που αντιστρέφει τη λογική και εξυμνεί τον παραλογισμό”. Φυσικά δεν έλειψαν οι αιτιάσεις απ’ όσους από όλες τις πάντες είχαν (τα όχι και τόσο κρυφά) ιδεολογικά ή πολιτικά κίνητρα. Με κατακλείδα τον “Αλγερίνο” (χαρακτηρισμός που υπονοούσε επαρχιώτη που πήραν τα μυαλά του αέρα και χαλάει τον ...“όμορφο κόσμο ηθικό και αγγελικά πλασμένο”). Ή ο ασεβής που εξισώνει “θύτες και θύματα”.

Στο όλο φιλολογικό σκηνικό σαφώς υπήρξαν και τεκμηριωμένες αναλύσεις που κινούνταν σε πολύ διαφορετική κατεύθυνση. Με βασικότερη του Μισέλ Μπυτόρ που υποστήριξε ότι η λογοτεχνία δεν είναι ένα κατά παραγγελία μανιφέστο αλλά ένα πεδίο όπου αναδεικνύονται σε δεδομένες συνθήκες οι  ιδιαιτερότητες των προσώπων ανάμεσα στις λεπτές αποχρώσεις των περιστατικών. Και ότι “το καλό και το κακό” που κάθε άλλο παρά αυθύπαρκτες έννοιες είναι αλλά κατασκευές, δεν μπορούν να αποτελούν βασικό αντικείμενο ή πυξίδα της”. Ανάλογη ήταν και η μεταγενέστερη παρέμβαση του Ρολάν Μπαρτ, με τη διατύπωση της “λευκής γραφής”. Ο συγγραφέας αποτυπώνει στωικά τα περιστατικά και δεν επεμβαίνει στην απόληξη τους.

Όλα αυτά (γιατί υπάρχει και ανάλογη συνέχεια) συνθέτουν μια πλούσια πλοκή γεγονότων ή και καταστάσεων ώστε να αποτελέσουν πρώτη ύλη για ένα πολυσχιδές μυθιστόρημα στην κλασική γαλλική κι όχι μόνο λογοτεχνία. Μυθιστόρημα οποιασδήποτε μορφής και είδους που θα μπορούσε να το γράψει ο Ζολά, ο Ζιντ, ή ο Φρανς. Γιατί στο περιεχόμενο του περισσεύει ο ρεαλισμός, παρών είναι ο ρομαντισμός και ο νατουραλισμός και μεγάλο είναι το πεδίο για συμβολισμούς. Αλλά (με ...συνευθύνη μεταφορικά των κλασικών μεγάλων λογοτεχνών) το σύνολο τους ουδέποτε αποτέλεσε ενιαίο σύγγραμμα. Κάποια σκόρπια μέρη παρέθεσε ο “ήρωας” του παρά ...τρίχα “μυθιστορήματος”, όπου και όταν αναστοχαζόταν στιγμές του βίου του (στο ανολοκλήρωτο κυρίως τελευταίο έργο του “ο πρώτος άνθρωπος”). Ας πούμε ως ένα είδος σιωπηλής αυτοβιογραφίας. Αλλά κι αυτή έμεινε στη μέση για λόγους αυτή τη φορά ανωτέρας βίας…

Ο “ήρωας” του μυθιστορήματος που δεν γράφτηκε ποτέ οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν πίστευε σε “ήρωες”. Αυτοί που τους υποδύονταν στα έργα του βρέθηκαν τυχαία ή και ακούσια στη δίνη περιστατικών και σχιζοειδών καταστάσεων. Είναι συνεπώς “ήρωες κατά λάθος”. Ο ίδιος είναι άνθρωπος που δεν γνώρισε στα νιάτα του (ουσιαστικά ή και μεταφορικά) πατρίδα. “Έλλειψη” που την είδε στην ωρίμανση του ως μορφή ουδετερότητας. Εμβαθύνοντας στις καταστάσεις και τα περιστατικά και στην ίδια τη στάση των ανθρώπων από ικανή απόσταση. Και είναι ως λογοτέχνης τελικά και δημιουργός το τέλειο παράδειγμα αντιήρωα.

Τον γνωρίζουμε (σε ενεστώτα μια και παραμένει στην παγκόσμια μνήμη) με το όνομα Αλμπέρ Καμύ. Και μας προκαλεί πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του να “ψαχουλεύουμε” τα έργα του και τον εν γένει βίο του. Ως  μαγεμένοι από τη γραφή και άλλοτε στοχαστικοί από το περιεχόμενο του. 


Η κοινωνικοπολιτική δράση και επίδραση του Καμύ

Ο Καμύ πέρα από τα λογοτεχνικά και θεατρικά έργα του που έκρυβαν βαθύ στοχασμό, κατέφευγε συχνά και σε δοκιμιακές ή και επικαιρικές αναλύσεις και παρεμβάσεις. Αναφερθήκαμε στις κόντρες με την αποικιακή Γαλλική διοίκηση στην Αλγερία και στην αντιστασιακή αρθρογραφία στη Γαλλία στα χρόνια της κατοχής. Εξ ίσου ηχηρό ήταν το άρθρο του για τις δυο ατομικές βόμβες που έπεσαν στην Ιαπωνία τον Αύγουστο του 1945 και αφάνισαν μύριους όσους αμάχους. Τις χαρακτήρισε -όταν φαινόμενα σαν κι αυτά δεν προκαλούν τον μαζικό αποτροπιασμό- “το τέλος του κόσμου”. Αλλά και την ισχύουσα ως το 1980 θανατική ποινή στη Γαλλία την παρομοίωσε με “ψυχρό πόλεμο” “δικαίων” έναντι κατά κανόνα αδύνατων αδίκων, σε παρέμβαση που έκανε στην οξυμένη φάση του ψυχρού πολέμου. Ενός πολέμου που τον θεώρησε χειρότερο και από τους συμβατικούς, αφού η ανθρωπότητα αδυνατούσε να διδαχθεί από τα λάθη της ύστερα μάλιστα από την λαίλαπα των δυο ουσιαστικά πρόσφατων παγκοσμίων πολέμων.

Όλα αυτά και πολλές άλλες σκέψεις του φιλοσοφικού προβληματισμού του τις επαναδιατύπωσε στο επόμενο (καθαρά δοκιμιακής μορφής) βιβλίο του τον “Επαναστατημένο Άνθρωπο”, που είδε το φως της δημοσιότητας το 1951. Έναν επαναστατημένο (με αιτία) σε εγρήγορση πολίτη αν θέλει να περισώσει “οτιδήποτε κι αν σώζεται”. Γιατί οι απειλές σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο είναι πολλές και συνδυαστικά ολέθριες. Με την έκδοση του φούντωσαν οι επικρίσεις εναντίον του από όλο το φάσμα. Οι συντηρητικοί με την εφημερίδα Figaro πρωτοστατούσα κεντρίστηκαν με τον χαρακτηρισμό  “επαναστατημένος”. Ήταν σε εποχή που η περιρρέουσα αισιοδοξία (ας την πω ευρωπαϊκό όνειρο) δεν άφηνε περιθώριο για προβληματισμούς και επιείκεια για τους “προβληματικούς” που δεν την έβλεπαν!

Και η αντίπερα όχθη, που σ’ αυτήν σχηματικά κατέτασσαν τον Καμύ, τον είδαν ως γεφυροποιό με τους αντιπάλους τους. Η εκφρασθείσα αντίδραση τους επικεντρώθηκε στην αναφορά ότι η τυφλή πίστη σε μια μελλοντική ουτοπία οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και τη μαζική βία, φωτογραφίζοντας την (τότε) Σοβιετική Ένωση. Περισσότερο όμως τσίγκλισε η αναφορά του στις εκεί “Γκουλάγκ” καταστάσεις (η πλήρης αθέτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), έκφραση που διατυπωνόταν για πρώτη φορά από χώρο που δεν ανήκε στη σκληρή Δεξιά.

Η αιτία των αντιδράσεων βρίσκεται στα πάθη της εποχής που πόλωνε ή και κατεύθυνε περισσότερο τους διανοούμενους σε δυο χαρακώματα -βαθείς λάκκους δηλαδή. Και πολύ λιγότερο σε καθαυτό ιδεολογικές διαφορές. Μαλρό, Αρόν, Σελίν, κύρια ήρθαν σε έντονες αντιπαραθέσεις και λογομαχίες με τους (παλιότερα φίλους τους) Σαρτρ, Ελιάρ, Αραγκόν, που ξαφνικά έγιναν όψιμοι υπερασπιστές της Σοβιετικής Ένωσης. Σε αντίθεση με τις δικές τους αναφορές στη δεκαετία του 30 όταν κατακεραύνωναν την αισθητική (σοσιαλιστικό ρεαλισμό), αλλά και πολλά πεπραγμένα εκεί (“δίκες της Μόσχας”) με εφόδιο τις λιγοστές πληροφορίες που μπορούσαν να εμπιστευθούν τότε λόγω της προπαγάνδας.


Ο καθολικά αναγνωρισμένος μετά θάνατο Καμύ

Το αδύναμο σημείο που υπήρχε στον “Επαναστατημένο Άνθρωπο” ήταν -στα πλαίσια απολογισμού που επιχείρησε ο συγγραφέας- ένα είδος απολογητικού ύφους. Και πάνω σ’ αυτό βρήκαν έδαφος οι επικριτές. Με τους πολλούς εναντίον του (μοναδικός δημόσιος υπερασπιστής του ήταν ο Μπατάιγ που ουδέποτε ήταν κοντά σε απόψεις και τρόπο γραφής), ο Καμύ επηρεάστηκε και αποτραβήχτηκε από τη δημοσιότητα. Επέλεξε (είχε πλέον σχετική οικονομική άνεση) να γνωρίσει καινούργια μέρη. Να ταξιδεύσει όπως ταξίδευε από την παιδική ηλικία το μυαλό του...

Η συγγραφική δραστηριότητα του περιορίστηκε σε σειρά ανέκδοτων εν ζωή σημειώσεων ή μικρών δοκιμίων και διηγημάτων, ενώ στο μυαλό του άρχισε να μορφοποιείται το περιεχόμενο της “Πτώσης”. Της δικής του; Όχι. Αλλά των μύθων που έρχονται από το παρελθόν, της απληστίας και μιας σειράς βεβαιοτήτων. “Πτώση” που οδηγεί στην οδυνηρή και απότομη προσγείωση. Βιβλίο που εκδόθηκε τελικά το 1956. Ο “ήρωας” της είναι ένας μεγαλοδικηγόρος του Παρισιού με έντονα εγωκεντρική ζωή που παρίστανε (και το πίστεψε τελικά κι ο ίδιος) τον προστάτη των αδυνάτων. Σε κάποια από τις γέφυρες του Σηκουάνα αντικρίζει μια γυναίκα να πνίγεται αβοήθητη. Παρότι ο ίδιος αισθανόταν απηνής υπερασπιστής των εχόντων ανάγκη συνεχίζει αμέριμνος το δρόμο του.

Το περιστατικό καρφώνεται στο νου του ως μια κρίση συνείδησης, κάποιο ενοχικό σύνδρομο. Η διαρκής επανάληψη του σκηνικού τον σπρώχνει να σκέφτεται ότι η καλοσύνη (η προστασία των αδύναμων) δεν είναι παρά μια μάσκα που τρέφει τη ματαιοδοξία του. Παρατάει τη δικηγορία και το Παρίσι (ως τόπο που συνέβη η “εγκληματική αδράνεια του”). Επιλέγει το Άμστερνταμ ως το νέο τόπο εγκατάστασης. Οι έντονες τύψεις που νιώθει μ’ αυτές τις αλλαγές δεν τον εγκαταλείπουν. Τα κανάλια της πόλης φαίνονται πλέον μέσα του ως οι κύκλοι της κόλασης (δανεισμένο σκηνικό από τον Δάντη) κι ο ίδιος μετατρέπεται σ’ έναν μετανοημένο “δικαστή”, που αν θέλει να διεκδικήσει το δικαίωμα να δικάσει τα ατοπήματα των άλλων πρώτα καταδικάζει τον εαυτό του.

Οι κριτικοί ερμήνευσαν κατά βάση την υπόθεση του βιβλίου ως ενορχηστρωμένη απομυθοποίηση των αστών αριστερών διανοουμένων, με βάση τις κριτικές που είχε ήδη δεχθεί ο Καμύ απ’ αυτούς.  Από χρονική απόσταση, από μια κοντινή στο σήμερα ματιά, εύλογα και χωρίς να θεωρηθεί ο Καμύ προφήτης, το “μουχλιασμένο” Άμστερνταμ παραπέμπει στη δυστοπία και τη δυστροπία των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα και ίσως κατάλοιπο της παρακμής που στην εποχή μας βιώνουμε. Ένα κενό μέσα μας που δεν λέει να γεμίσει. Η “Πτώση” στάθηκε τελικά η αφορμή ώστε να απονεμηθεί το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Καμύ τον επόμενο χρόνο. Απέναντι σε πολύ μεγάλους συναγωνιστές (Μπέκετ, Σεφέρης, Σαρτρ, Πάστερνακ, Στάϊνμπεκ μεταξύ άλλων) που τιμήθηκαν με το βραβείο εκείνα τα χρόνια, άσχετα αν οι Σαρτρ και Πάστερνακ (ο τελευταίος ύστερα από πίεση του σοβιετικού καθεστώτος) δεν το αποδέχθηκαν.

Κι ο ίδιος -από μικροφώνου στην τελετή- χαρακτήρισε τον Μαλρό, που στο μεταξύ μεταπολεμικά άλλαξε ιδεολογικοπολιτικό στρατόπεδο ως τον δάσκαλο του στην τέχνη του μυθιστορήματος. Δεν ξέχασε και την ανήμπορη μάνα του που εξακολουθούσε να ζει στο Αλγέρι κι όσο ο Γαλλοαλγερινός πόλεμος κρατούσε δεν ήθελε να το επισκεφτεί. Ανάμεσα σε όσα είπε στη διάρκεια της τελετής είναι ότι “ως συγγραφέας δεν τίθεται στην υπηρεσία όσων γράφουν την ιστορία (των ισχυρών), αλλά με εκείνους που την υφίστανται (των θυμάτων)”. Και ότι η γενιά του (του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, των γκούλαγκ και της ατομικής βόμβας) δεν θα ξαναφτιάξει τον κόσμο -κάτι που είναι ουτοπικό- αλλά ως κύριο στόχο οφείλει να εμποδίσει τον κόσμο από το να καταστραφεί”.

Αξιοσημείωτη είναι και η ατάκα του σε διάλεξη που έδωσε στους χώρους του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης ως απάντηση σε ερώτηση Αράβων φοιτητών αν δίκαια επαναστατούν οι Αλγερινοί και γιατί ο ίδιος γεννημένος εκεί δεν παρεμβαίνει. “Σίγουρα έχουν δίκαιο, αλλά όταν πέφτουν βόμβες στα τραμ που μεταφέρουν άμαχους πολίτες, υπερασπίζομαι χωρίς δισταγμό τις ζωές τους”. Ήταν ουσιαστικά μια πολιτική δήλωση αναγνωρίζοντας το δίκαιο και καταδικάζοντας την τρομοκρατία. Μια απάντηση που προκάλεσε τη δυσφορία των ερωτώντων αλλά και την αποδοκιμασία από τους δηλωμένους εχθρούς του στο Παρίσι που τον κατηγόρησαν για συναισθηματισμό, έμμεση στήριξη της Γαλλίας και έλλειψη πολιτικής σκέψης.

Ο Καμύ αποκαταστάθηκε με τον τραγικό θάνατο του στα 46 του χρόνια από τροχαίο. Ο παλιός του φίλος ο Σαρτρ, που έμεινε ασυγκίνητος στη βράβευση του με το Νόμπελ, δημοσίευσε πρώτα για την “πτώση” αλλά και όλο το λογοτεχνικό του έργο ένα διθυραμβικό άρθρο. Και πολλοί επικριτές του παραδέχτηκαν τη μεγάλη συγγραφική αξία του. Γενικά όλη η ζωή του κύλησε δίπλα σε παράλογες καταστάσεις και παραδοξότητες που ως σκέψη και γραφή τον ενέπνευσαν και τον σημάδεψαν.

Και επιτομή τους ήταν ότι παρότι ο άνθρωπος και ο κόσμος δεν είναι παράλογες οντότητες, το παράλογο προκύπτει από τη ρωγμή αυτής της σχέσης. Το ανθρώπινο μυαλό αναζητεί νόημα και σκοπό εναγωνίως αλλά το σύμπαν παραμένει αδιάφορο και βουβό. Η συνειδητοποίηση -έλεγε- του παραλόγου μπορεί να γίνει πηγή απελευθέρωσης, αφού στη ζωή δεν υπάρχει προκαθορισμένο νόημα. Στο χέρι μας είναι να αισθανθούμε απόλυτα ελεύθερα, να ζήσουμε με πάθος δημιουργώντας έτσι το δικό μας νόημα. 


Ο Καμύ, η Ελλάδα και οι μεταθανάτιες παρεξηγήσεις στα έργα του

Ο Καμύ επισκέφθηκε πρώτη φορά την Ελλάδα το 1955 για  διάλεξη του στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Σ’ αυτήν παραβρέθηκαν και συνομίλησαν μαζί του αρκετοί πνευματικοί άνθρωποι της χώρας. Μεταξύ αυτών οι Τσάτσος, Θεοτοκάς, Παπανούτσος, Εμπειρίκος. Στη χρονική αυτή περίοδο απουσίαζε από την Αθήνα ο Σεφέρης (πρέσβης στη Βηρυτό), που στα ημερολόγια του καταχωρούνταν σημειώσεις και έπαινοι για το έργο του Καμύ. Κανείς -ακόμα κι ο φίλος του Θεοτοκάς- δεν σκέφτηκε να αναφέρει το πρόσωπο και το έργο του και ο Γάλλος συγγραφέας δεν αντιλήφθηκε καθ’ όλες τις ενδείξεις τα πλούσια λογοτεχνικά πεπραγμένα του, που είχαν εμφανείς παραλληλίες με τα δικά του.

Από την άλλη απουσίασε από τη συνάντηση οποιαδήποτε αναφορά για την ύπαρξη ομάδας πολιτών που με την ονομασία “υπαρξιστές” είχαν ως κορωνίδα τους τις απόψεις του Καμύ. Επικεφαλής τους ήταν ο Σίμος Τσαπνίδης, ένας αγράμματος (δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά ως σκεπτικό δεν είχε κάτι που να ζήλευε από γραμματιζούμενους) τσαγκάρης, πλαισιωμένος από τον άγνωστο ως τότε ποιητή  Μιχάλη Κατσαρό, αρκετούς μικροεπαγγελματίες και νέους (ανάμεσα τους ο Θόδωρος Πάγκαλος). Η παρέα αυτή μαζεύονταν σ’ ένα παλιό οίκημα στου Ψυρρή για συζητήσεις, προβληματισμούς και ανάγνωση από τον Κατσαρό σχετικών κειμένων του Καμύ, όπως και απαγγελίες ποιημάτων του με πιο γνωστό το “Αντισταθείτε”.

Τα μεταφρασμένα στα ελληνικά τότε βιβλία του Καμύ ήταν ελάχιστα και η γλωσσική απόδοση στη γλώσσα μας πολύ πρόχειρη και συχνά δυσνόητη. Μάλιστα του αποδίδονταν και φράσεις άλλων ως δικές του, όπως “οι άλλοι είναι η κόλαση” (έκφραση από θεατρικό έργο του Σαρτρ). Η διάρκεια δράσης τους ως ομάδα κράτησε δυο περίπου χρόνια. Η αυλαία έπεσε όταν μετά από το κάμπινγκ χάπενινγκ στην έρημη τότε Ραφήνα συνελήφθησαν αρχικά ως γυμνιστές για προσβολή δημοσίας αιδούς. Ο Τύπος της εποχής έπνεε μένεα εναντίον τους καταλογίζοντας τους τα μύρια όσα (κομμουνιστές, κίναιδοι, σκοταδιστές), η Εκκλησία έβαλε το χεράκι της και η συντηρητική κοινωνία δεν μπορούσε να ανεχτεί πρακτικές έξω από τα καθιερωμένα. Στην όλη ατμόσφαιρα τους απαγγέλθηκε εύκολα η κατηγορία του τεντιμποϊσμού και καταδικάστηκαν πρωτόδικα σε ποινές μεγαλύτερες του έτος. Στο εφετείο διατηρήθηκε το ύψος των ποινών αλλά η έκτιση τους είχε πλέον ανασταλτικό χαρακτήρα (θα φυλακίζονταν έτσι και διέπρατταν αντίστοιχες πρακτικές). Μια εξέλιξη που τους μετέτρεπε σε “ομήρους” και συνετέλεσε στη γρήγορη διάλυση της ομάδας.

Αν ο Καμύ δεν έμαθε ποτέ για τον Σεφέρη και το ...fun club του τους υπαρξιστές, επόμενο ήταν να αγνοεί την επιτυχία που γνώρισαν οι παραστάσεις του “Καλιγούλα” που σκηνοθετήθηκαν μετά τον θάνατο του. Ανάμεσα τους ήταν (αρχές δεκαετίας του 90) εκείνη με τον Κιμούλη σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή (πολλοί κριτικοί την κατέταξαν ως την “καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του”) και του Στάνκογλου πριν μια δεκαετία, δείχνοντας έτσι και τη διαχρονικότητα του έργου του Καμύ.

Οι παρεξηγήσεις και παραλείψεις δεν ήταν όμως αποκλειστικό προνόμιο της χώρας μας. Μουσικά συγκροτήματα πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Καμύ κυρίως εμπνεύστηκαν από γραπτά ή τη σκέψη του με κυριότερα τους The Cure και τους Fall (οι τελευταίοι δανείσθηκαν το όνομα τους από τον τίτλο της “Πτώσης”). Οι πρώτοι κυκλοφόρησαν (ως πρώτο μικρό τους δίσκο) το “killing an Arab”, που παρέπεμπε ευθέως σε σκηνή από τον “Ξένο”. Οι στίχοι του κομματιού σε απόδοση στα Ελληνικά:


Όρθιος στην παραλία/ μ’ ένα όπλο στο χέρι/ Ατενίζω τη θάλασσα/ Κοιτάζω την άμμο/
Πέρα από την κάννη του όπλου/ βλέπω τον πεσμένο στο έδαφος Άραβα/
Το ανοικτό του στόμα/ Αλλά δεν ακούω την αναπνοή του.
Μπορώ να γυρίσω/ Και ν’ απομακρυνθώ/ Ή να πυροβολήσω/
Ατενίζοντας τον ουρανό και τον ήλιο/ Ότι κι αν διαλέξω/
Ζυγίζει το ίδιο/ Απολύτως τίποτα/
Αισθάνομαι το όπλο/ ν’ αναπηδά γλυκά στα χέρια μου/
Ατενίζοντας τη θάλασσα/ Κοιτώντας την άμμο/
Βλέπω τον εαυτό μου/ Να αντανακλάται στα μάτια/ Του νεκρού άνδρα στην παραλία/
Είμαι ζωντανός/ (κατ’ ουσίαν) Νεκρός/ Είμαι ο ξένος/ Που σκοτώνει έναν Άραβα
.


Το κομμάτι γνώρισε αρχικά επιτυχία, αλλά ελάχιστους μήνες αργότερα το χρησιμοποίησαν εντελώς διαφορετικά και ως δικό τους ύμνο νεοναζί και ρατσιστές σκίνχεντς. Ως εκδήλωση μίσους κατά των Αράβων μεταναστών. Στο θόρυβο που δημιουργήθηκε το BBC αλλά και μουσικές πλατφόρμες και dj απαγόρεψαν την ακρόαση του κομματιού. Παρ’ ότι ο Robert Smith (στιχουργός και συνθέτης του κομματιού) δήλωσε ότι το τραγούδι ήταν μια αποτύπωση του υπαρξιακού παραλόγου όπως το σκιαγράφησε στο μυθιστόρημα του ο Καμύ, οι αντιδράσεις συνεπικουρούμενες και από λαϊκιστικά έντυπα συνεχίζονταν. Μάλιστα αρκετοί οπαδοί του συγκροτήματος θεώρησαν ότι η λογοκρισία προήλθε από εντολή της ίδιας της Θάτσερ, που μόλις είχε γίνει πρωθυπουργός στη Βρετανία και είχε δώσει λαβές για παρόμοιες αυταρχικές πρακτικές. Και η μια παρεξήγηση (ακούσια ή εκούσια) διαδέχτηκε την άλλη.

Και δω δεν έχουμε να κάνουμε με το υπαρξιακό παράλογο αλλά με εκείνο της ...καθημερινότητας. Μ’ ένα παραλογισμό με απρόβλεπτες επιπτώσεις και απολήξεις. Σχιζοειδή σε μεγάλο βαθμό. Η παρεξήγηση βγήκε ξανά στην επιφάνεια επτά χρόνια αργότερα στις ΗΠΑ. Εκεί παρ’ ότι άλλαξε ο τίτλος του κομματιού ως “Standing on the beach” (από τον αρχικό στίχο του τραγουδιού) Αραβικές ενώσεις θεώρησαν το κομμάτι ρατσιστικό και ζήτησαν την πλήρη απαγόρευση του δίσκου. Οι The Cure και η δισκογραφική εταιρεία υποχρεώθηκαν προκειμένου να συνεχισθεί η κυκλοφορία του δίσκου σ’ όλες τις Πολιτείες να κολλήσουν αυτοκόλλητο στο εξώφυλλο του δίσκου όπου τονιζόταν ότι ουδεμία σχέση είχε με ρατσιστικά κίνητρα που είναι απολύτως καταδικαστέα. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν για κάποια χρόνια και πάνω που φαινόταν ότι το θέμα είχε ξεχαστεί, η επίθεση την 11η Σεπτεμβρίου 2001 στους δίδυμους πύργους και τους νεκρούς εκεί, αναζωπύρωσε το ρατσιστικό κλίμα και παραλήρημα εναντίον των Αράβων και οι διάφοροι τιμητές χρησιμοποίησαν το κομμάτι ανάλογα. Αλλά πλέον ήταν αργά για να βρει ευρεία απήχηση μια τόσο διαστροφική ερμηνεία...

Τι είδους μυθιστόρημα θα είχε “ήρωα” του τον Καμύ;

Μπορεί να γραφτεί ένα μυθιστόρημα με βάση μια μυθιστορικά γραμμένη βιογραφία του Καμύ; Πολλές δεκαετίες ύστερα από τον θάνατο του δεν έχει υπάρξει απόπειρα. Όχι επειδή δεν υπάρχει εμπορικό κίνητρο (ο Καμύ ανήκει πλέον στο Πάνθεον της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας) ή η εσωτερική ώθηση από γνώστες της ζωής ή του περιεχομένου των γραπτών του απουσιάζει. Αλλά γιατί υπάρχει μια εγγενής αδυναμία να προσεγγιστεί μια τόσο πολυσχιδής προσωπικότητα που δρα και κινείται σ’ ένα απολύτως αντιφατικό περιβάλλον. Και αντί μιας οποιασδήποτε πολύπλευρης εμβάθυνσης ένας “αχός βαρύς ακούγεται” ακόμα και σήμερα από αντιφρονούντες ή θιασώτες της σκέψης του που μόνο σε (λογοτεχνική και όχι μόνο) αγιογραφία ή απόρριψη παραπέμπει...

Γιατί πριν από τον Καμύ χρειάζεται να κοιταχτούμε οι ίδιοι ως άνθρωποι πως το αδιαίρετο δίπολο “Solitaire/ Solidaire” -να είμαστε μοναχικοί και ταυτόχρονα αλληλέγγυα κοινωνικοί- όπως ο Καμύ το διατύπωσε χρησιμοποιώντας παραπλήσιες ακουστικά και γραμματολογικά λέξεις, λείπει ή δεν το φέρνουμε εξακολουθητικά σε μια ισορροπία. Να δώσουμε χώρο και χρόνο για να ...“γνωριστούμε” περισσότερο μέσα μας αλλά και να βρούμε τρόπους ώστε η σύνδεση μας με την κοινωνία να είναι παραγωγική χωρίς να εμποδίζεται παράλληλα η ατομικότητα. Γιατί  το ένας -ένας (κούκος ή όποιο άλλο είδος της πανίδας!) είναι πολύ κοντά στο κανένας. Στο μηδέν.

Έργο πολύ δύσκολο τόσο για εμάς όσο και για να αποδοθεί πειστικά από τους μυθιστοριογράφους. Έτσι εμείς ως θεατές και κάποιοι ως πνευματικοί ταγοί μας περιοριζόμαστε σε κάποιες αφηγήσεις που στη καλύτερη εκδοχή τιτλοφορούνται “ντοκιμαντέρ”. Και συνθέτουν απλά κάποια χρήσιμα κομμάτια του παζλ, που όμως σε κάθε περίπτωση παραμένουν ατάκτως ερριμμένα και ειρημένα! Είναι εφικτή άραγε αντίστοιχη μυθιστοριογραφία; Ουδέν το αδύνατο. Είτε επειδή πάντα υπάρχει η πιθανότητα να προκύψει ένας ασυνήθιστα διεισδυτικός συγγραφέας, είτε ακόμα περισσότερο γιατί μπορεί να παρέχεται στους αναγνώστες η δυνατότητα να έχουν μια πέραν της ανάγνωσης πιο διαδραστική συμμετοχή. Και προϋπόθεση είναι να υπάρχει ένα ευάριθμο κοινό ικανό για αυτού του είδους την εμπλοκή.

Ένα μυθιστόρημα που ξεφεύγει από την πλοκή των περιστατικών τα οποία συνθέτουν τη συνολική υπόθεση και εναλλάσσεται ανάμεσα σε καταγραφές βιωμάτων και σε μια γενικότερη προσέγγιση ζητημάτων της τέχνης και της εν γένει δημιουργίας, με τη ζωή και τις καταβολές των ανθρώπων από το παρελθόν. Το νέο (για την ώρα) “άγνωστο αριστούργημα”, όπως ο τίτλος βιβλίου του Μπαλζάκ το υποδηλώνει. Ένα μυθιστόρημα που η δημιουργία κυριαρχεί απέναντι στη μίμηση (άλλων έργων), που δεν επιδιώκει την “τελειομανία” -γιατί αντίστοιχο άλλο επόμενο δημιούργημα δεν θα υπάρξει. Και αντί μιας “αντικειμενοποιημένης” μορφής έκφρασης, άρθρωσης και δομής του περιεχομένου, θα αναδεικνύεται η (αναντικατάστατη) υποκειμενικότητα της τέχνης.

Ναι, η υποκειμενικότητα είναι στα συν της αρκεί να τη διαπερνά πρωταρχικά η πρωτοτυπία και η διακριτότητα από άλλες παρεμφερούς εμβέλειας δημιουργίες. Ακόμα και η επιστήμη που θεωρείται αντικειμενική εξελίσσεται και εμπλουτίζεται μέσα και από την αμφισβήτηση επιμέρους θεωρήσεων της. Υπό την αιγίδα και αίρεση της Αρχής της Αβεβαιότητας.

Μόνο έτσι ο αναγνώστης (μέρος αναγνωστών για την ακρίβεια) μπορεί να γίνει άμεσα ή έμμεσα συμμέτοχος. Κι ο Καμύ που ως δημιουργός άνοιξε νέους ατραπούς, ενδεχομένως με τη συμβολή του ως “ήρωας” μυθιστορήματος να τους διευρύνει...


ΥΓ: Όσον αφορά στον υποφαινόμενο ισχύει στο ακέραιο η κατάληξη του γνωστού ποιήματος του Κατσαρού: “Ως και σ’ εμένα που σας εξιστορώ όλα αυτά αντισταθείτε”.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διαβάζουμε Θανάση Τριαρίδη για τη συνάντηση του Δεκέμβρη

Ένα καλοκαίρι γεμάτο Σεφέρη! Επόμενη συνάντηση: Παρασκευή 11/9

Μπλε αλώνι, η 1η μας συνάντηση / Ντοστογιέφσκι - Μικρός απολογισμός